
Σε μια άκρη του πάρκου, ο νερόλακος ήταν σπίτι για πολλά ξένοιαστα χελωνάκια.
Οι μέρες τους περνούσαν χαρμόσυνα, με μακροβούτια, ξάπλες, πότε λιάζοντας το καύκαλο, πότε κάνοντας καταδύσεις στο βυθό του νερόλακου, και πότε μασουλώντας το μαρούλι που κάποιος έριχνε από ψηλά, αφού το κόβανε σε πολλά μικρά τριγωνάκια.
Είχαν φτάσει να θεωρούν δεδομένη αυτή τη καθημερινότητα. Θεωρούσαν ότι κάπου στο συναξάρι του χελωνο-θεού υπήρχε ένα εδάφιο όπου έλεγε ότι αυτά τα συγκεκριμένα χελωνάκια θα συνέχιζαν για πάντα να πλατσουρίζουν ανενόχλητα. Φυσικά δεν είχαν τυπώσει ούτε κυκλοφορήσει τέτοια συναξάρια μεταξύ της χελωνοπαρέας, (θρησκείες δεν είχαν αναπτυγμένες, μόνος θεός που πίστευαν ήταν το μαρουλάκι).
Κάπου όμως ήξεραν, είχαν δεδομένο, έτσι παρέλαβαν και έτσι παρέδιδαν στα μικροσκοπικά πιτσιρίκια τους ότι η καθημερινή χελωνοισορροπία ήταν δεδομένη, ασάλευτη, ακλόνητη.
Μέχρι που ένα πρωί, ενώ λιάζονταν, βουτούσαν και μασουλούσαν, εντελώς ξαφνικά….
<<συμπληρώστε τη συνέχεια σε comment>>
Οι μέρες τους περνούσαν χαρμόσυνα, με μακροβούτια, ξάπλες, πότε λιάζοντας το καύκαλο, πότε κάνοντας καταδύσεις στο βυθό του νερόλακου, και πότε μασουλώντας το μαρούλι που κάποιος έριχνε από ψηλά, αφού το κόβανε σε πολλά μικρά τριγωνάκια.
Είχαν φτάσει να θεωρούν δεδομένη αυτή τη καθημερινότητα. Θεωρούσαν ότι κάπου στο συναξάρι του χελωνο-θεού υπήρχε ένα εδάφιο όπου έλεγε ότι αυτά τα συγκεκριμένα χελωνάκια θα συνέχιζαν για πάντα να πλατσουρίζουν ανενόχλητα. Φυσικά δεν είχαν τυπώσει ούτε κυκλοφορήσει τέτοια συναξάρια μεταξύ της χελωνοπαρέας, (θρησκείες δεν είχαν αναπτυγμένες, μόνος θεός που πίστευαν ήταν το μαρουλάκι).
Κάπου όμως ήξεραν, είχαν δεδομένο, έτσι παρέλαβαν και έτσι παρέδιδαν στα μικροσκοπικά πιτσιρίκια τους ότι η καθημερινή χελωνοισορροπία ήταν δεδομένη, ασάλευτη, ακλόνητη.
Μέχρι που ένα πρωί, ενώ λιάζονταν, βουτούσαν και μασουλούσαν, εντελώς ξαφνικά….
<<συμπληρώστε τη συνέχεια σε comment>>